Στα τέλη Απριλίου του 1970, οι Deep Purple είχαν ολοκληρώσει τις ηχογραφήσεις για το πέμπτο τους άλμπουμ, In Rock. Το μάνατζμεντ του συγκροτήματος χρειαζόταν ένα single για την απαραίτητη προώθηση, αλλά κανένα από τα κομμάτια του δίσκου δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις. Έτσι οι Purple, προκειμένου να ενεργοποιήσουν τα γρανάζια της μουσικής βιομηχανίας, επέστρεψαν στα De Lane Lea Studios στις αρχές Μαΐου για να ηχογραφήσουν το αναγκαίο single .
Το ηθικό και η έμπνευση είχαν φτάσει στο ναδίρ και έτσι μετά από μερικές ώρες αποτυχημένων προσπαθειών, το συγκρότημα αποφάσισε να διακόψει τη δουλειά στο studio και να επισκεφθεί την τοπική παμπ. Όταν επέστρεψαν, ο Ritchie Blackmore πήρε την κιθάρα και άρχισε να πειραματίζεται με τη μπασογραμμή από το “Summertime” του Ricky Nelson. Ο ίδιος ο Blackmore μίλησε με ειλικρίνεια για το περιστατικό: «Το έκλεψα! Πήρα το riff του μπάσου από το “Summertime” του Ricky Nelson. Το παίξαμε σε ρυθμό shuffle. Η επάνω μελωδική γραμμή του “Summertime” του Ricky Nelson ήταν το “Hey Joe” πριν εμφανιστεί το “Hey Joe”. Το “Summertime” κυκλοφόρησε γύρω στο 1962. Μετά ήρθε ο Jimi (Hendrix) γύρω στο 1968 και χρησιμοποίησε τη μελωδική γραμμή. Οπότε σκέφτηκα, αν μπορεί αυτός να χρησιμοποιήσει την επάνω μελωδική γραμμή, εμείς θα πάρουμε τη μπασογραμμή.»
Αυτό κινητοποίησε τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος. Δανείστηκαν τον τίτλο από ένα τραγούδι του προηγούμενου συγκροτήματος των Glover και Gillan, των Episode Six, και άρχισαν να ψάχνουν ομοιοκαταληξίες: night, bright, right κ.λπ. Μέχρι το τέλος της νύχτας, οι Deep Purple είχαν το single τους.
Το “Black Night” κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1970. Έφτασε μέχρι το Νο. 2 των βρετανικών charts και παραμένει μέχρι και τις μέρες μας, το single των Deep Purple με την υψηλότερη θέση στα charts στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ανάμεσα σε δεκάδες θρυλικά riffs στην ιστορία της ροκ, λίγα είναι τόσο άμεσα αναγνωρίσιμα όσο η εισαγωγή του “Black Night”. Αυτό αναδεικνύει έναν θεμελιώδη κανόνα : συχνά, τα πιο απλά riffs αφήνουν το μεγαλύτερο αποτύπωμα. Στο “Black Night”, το riff «αναπνέει». Πάλλεται μαζί με το rhythm section, ιδιαίτερα με τα τύμπανα του Ian Paice, δημιουργώντας έναν σφιχτό και συνεκτικό αποτέλεσμα. Ο ήχος της κιθάρας του Blackmore—με ελάχιστη παραμόρφωση ,κοφτερός, διαπεραστικός—ενισχύει την αίσθηση της έντασης, κάνοντας το riff να μοιάζει αέναο καθώς ωθεί το τραγούδι προς τα εμπρός.
Δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του, το riff του “Black Night” παραμένει βασικό σημείο αναφοράς για κάθε κιθαρίστα που εντρυφεί στην φρασεολογία της ροκ.