Ο «Μενούσης» συγκαταλέγεται στα δημοτικά τραγούδια με τη μεγαλύτερη γεωγραφική διάδοση και ποικιλία παραλλαγών στον ελληνικό χώρο. Αν και σήμερα έχει συνδεθεί κυρίως με την Ήπειρο, η έρευνα δείχνει ότι δεν πρόκειται για ένα αποκλειστικά ηπειρώτικο τραγούδι, αλλά για έναν ευρύτερο «τραγούδι-τύπο» που μεταδόθηκε προφορικά, μετασχηματιζόμενος από τόπο σε τόπο. Η Ευτυχία Δ. Λιάτα συγκέντρωσε για τη σχετική μονογραφία της εκατό επιλεγμένες παραλλαγές από ολόκληρη την Ελλάδα και από περιοχές ελληνικών πληθυσμών εκτός των σημερινών συνόρων, αριθμός που αποτελεί μόνο μέρος του συνολικού υλικού (Λιάτα, 2011).
Η ακριβής γένεση του τραγουδιού δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Η συγκριτική εξέταση των παραλλαγών, ωστόσο, οδηγεί σε διαφορετικά χρονολογικά στρώματα. Ο παλαιότερος τύπος, με πρωταγωνιστή συνήθως τον Μανώλη, ανάγεται τουλάχιστον στις αρχές του 18ου αιώνα. Αντίθετα, η πασίγνωστη ηπειρώτικη εκδοχή με τον Μενούση, τον Μπιρμπίλη και τον Ρεσούλ-αγά φαίνεται νεότερη: η παρουσία του Μπιρμπίλη και του Ρεσούλη, προσώπων που συνδέονται με τη ληστρική δράση στην Ήπειρο κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, επιτρέπει στη Λιάτα να την τοποθετήσει χρονικά στον 19ο αιώνα (Λιάτα, 2011, σ. 94 κ.ε.).
Η προφορική διάδοση εξηγεί τις αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις: ο ήρωας εμφανίζεται ως Μενούσης, Μανώλης ή Αντώνης, αλλάζουν οι σύντροφοί του, ο τόπος συνάντησης με τη γυναίκα και τα ενδύματα που λειτουργούν ως «πειστήρια». Σταθερός παραμένει ο δραματικός πυρήνας: η ανδρική συντροφιά και το κρασί, η υποψία προσβολής της συζυγικής τιμής, ο φόνος και η μεταγενέστερη μετάνοια. Το τραγούδι λειτούργησε μάλιστα σε διαφορετικά κοινωνικά δρώμενα — ως τραγούδι της τάβλας, του χορού, του γάμου, ακόμη και ως νανούρισμα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα σωζόμενα μουσικά τεκμήρια. Το 1921 εκδόθηκε στην Αθήνα έντυπη παρτιτούρα του «Μενούση», σε επεξεργασία του Αλέκου Αλβέρτη, από τον Μουσικό Οίκο Γαϊτάνου. Το 1929 ηχογραφήθηκε στην Αθήνα σε δίσκο 78 στροφών της Pathé η εκδοχή «Ο Μενούσης κι ο Μπιρμπίλης», με ερμηνευτή τον Δημήτρη Αραπάκη· στην ετικέτα του δίσκου χαρακτηρίζεται «Ηπειρωτικόν άσμα». Τα τεκμήρια αυτά, μαζί με τις πολυάριθμες τοπικές καταγραφές, αποτυπώνουν τη μετάβαση του «Μενούση» από την προφορική κοινότητα στην έντυπη και ηχογραφημένη μουσική παράδοση.
Ο Μενούσης, ο Μπερμπίλης
κι ο Ρεσούλ-Αγάς (ή Μεχμέτ-Αγάς),
σε κρασοπουλειό πηγαίναν
για να φαν να πιούν.
Κει που τρώγαν,
κει που πίναν
και που γλένταγαν,
κάπου πιάσαν τη κουβέντα
για τις όμορφες.
-Όμορφη γυναίκα που ‘χεις
βρε Μενούσ’-Αγά!
-Πού την είδες, πού την ξέρεις
και τη μολογάς;
-Χθες την είδα στο πηγάδι
που ‘παιρνε νερό
και της ‘δωσα το μαντήλι
και μου το ‘πλυνε.
-Αν την ξέρεις κι αν την είδες,
πες μου τι φορεί;
-Ασημένιο μεσοφόρι
με χρυσό φλουρί.
Κι ο Μενούσης,
μεθυσμένος πάει την έσφαξε.
Το πρωί ξεμεθυσμένος
πάει την έκλαψε.
Σήκω πάπια μ’,
σήκω χήνα μ’ ,
σήκω πέρδικα μ’.
Σήκω λούσου και χτενίσου
κι έμπα στο χορό.
Να σε δουν τα παλικάρια
να μαραίνονται.
Να σε δω κι εγώ ο καημένος
και να χαίρομαι.
Πώς να μελετήσουμε το “Ο Μενούσης” στην κλασική κιθάρα μας
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα είναι το μέτρο. Σε σημερινή μεταγραφή της μελωδίας ο «Μενούσης» σημειώνεται σε 3/4, και το ίδιο μέτρο δίνει το επίσημο σχολικό εγχειρίδιο Μουσικής για τον Ηπειρώτικο «Μενούση». Παράλληλα, άλλες καταγραφές της χορευτικής παράδοσης τον αποδίδουν σε 6/4 και τον χαρακτηρίζουν «ιδιότυπο τσάμικο».
Στην έκδοση του Αλέκου Αλβέρτη (1921) Συναντάμε εναλλαγές στα μέτρα από 2/4 σε 3/4. Η «δυτικότροπη» παρούσα προσέγγιση σε 4/4 βασίζεται στην διασκευή του Λεωνίδα Κανάρη.
Στην μορφή που την συναντάμε εδώ, η μελωδία περιορίζεται στα πρώτα τρία τάστα της κιθάρας και η ρυθμική της απλούστευση την καθιστά ιδανική για μαθητές που κάνουν τις πρώτες τους προσπάθειες σε πολυφωνικές συνθέσεις.
Κατά την εκτέλεση πρέπει να προσέξουμε να μην χαθεί η διάρκεια των μπάσων νοτών της συνοδείας στην τέταρτη και πέμπτη χορδή της κιθάρας μας. Οπότε, φροντίζουμε να παραμείνει κρατημένο το Σι του δεύτερου τάστου κατά τη μετάβαση από το 1ο στο 2o μέτρο της δεύτερης σειράς καθώς και στο τελευταίο μέτρο.
Στον τέταρτο χρόνο του τρίτο μέτρου κάθε σειράς, την ανοιχτή Μι προτείνεται να την παίξουμε με τον παράμεσο (a) προκειμένου να εξασφαλίσουμε πιο άνετη μετάβαση του μέσου (m) στην δεύτερη χορδή.
Επιμέλεια : Δημήτρης Κορομηλάς
Βιβλιογραφία – Πηγές
Λιάτα, Ευτυχία Δ. (2011), Ο Μενούσης. Ιστορία και παράδοση: Ιχνηλατώντας στο χρόνο και στο χώρο, Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών.
Αρχείο Κουνάδη, «Ο Μενούσης», έντυπη παρτιτούρα, επεξεργασία Αλέκου Αλβέρτη, Μουσικός Οίκος Γαϊτάνου, Αθήνα 1921.
Αρχείο Κουνάδη, «Ο Μενούσης κι ο Μπιρμπίλης», Δημήτρης Αραπάκης, Pathé 80207, Αθήνα 1929, δίσκος 78 στροφών.
Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος «Λίλιαν Βουδούρη», Ψηφιοποιημένο Αρχείο Ελληνικής Μουσικής, «Ο Μενούσης», 1921.
Λεωνίδας Κανάρης, Κιθαρόκοσμος 3, Εκδόσεις σύγχρονη μουσική, Αθήνα (1989)
📩 Θέλετε να μελετήσετε τη παραδοσιακή σύνθεση “Ο Μενούσης” με σωστή καθοδήγηση; Επικοινωνήστε μαζί μου για να κλείσετε ένα δωρεάν πρώτο αναγνωριστικό μάθημα.
Στο learnguitar.gr μπορείτε να βρείτε και άλλες Ελληνικές παραδοσιακές μελωδίες διασκευασμένες για κλασική κιθάρα όπως όπως το Γιάννη μου το Μαντήλι σου
Για περισσότερα μαθήματα σαν κι αυτό εγγραφείτε στο https://www.youtube.com/@learnguitargr